ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΔΙΚΩΝ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΝ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΒΑΡΙΕΣ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ ΤΟΥ ΠΟΡΙΣΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΛΕΓΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ
ΠΡΟΣ:
Υπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, κα N.Κεραμέως
Υφυπουργό Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης, κα Α.Ευθυμίου
Κοιν.: (σχετ.: πίνακας αποδεκτών)
ΘΕΜΑ: «Η ΠΟΣΓΚΑμεΑ ζητά να δοθεί τέλος στη μακρόχρονη και παρατεταμένη ‘μεταβατικότητα’ για τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για τις συντάξεις και παροχές αναπηρίας του e-ΕΦΚΑ, καθώς και την αποκατάσταση των άδικων συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων για τις οικογένειες που φροντίζουν άτομα με βαριές αναπηρίες»
Αξιότιμη κυρία Υπουργέ,
Αξιότιμη κυρία Υφυπουργέ,
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σωματείων Γονέων και Κηδεμόνων Ατόμων με Αναπηρία (ΠΟΣΓΚΑμεΑ) επανέρχεται με το παρόν, όχι για να επαναλάβει γνωστές και επαρκώς τεκμηριωμένες θέσεις, αλλά για να επισημάνει ότι η παρατεταμένη και πολυετής μη ολοκλήρωση της θεσμοθέτησης των ενιαίων κανόνων για τις συντάξεις αναπηρίας και τις συναφείς ασφαλιστικές παροχές έχει πλέον προσλάβει χαρακτήρα σοβαρής θεσμικής δυσλειτουργίας.
Η εκκρεμότητα αυτή, η οποία ανάγεται ήδη στο άρθρο 11 του ν. 4387/2016, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη διοικητική καθυστέρηση, ούτε να δικαιολογείται με επίκληση διαδικαστικών ή οργανωτικών παραγόντων. Παράγει πραγματικές, μετρήσιμες και διαρκείς συνέπειες εις βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, πρωτίστως των ατόμων με βαριές αναπηρίες και των οικογενειών τους που φέρουν, χωρίς επιλογή και ισόβια, το φορτίο της φροντίδας τους.
Η ΠΟΣΓΚΑμεΑ, ιδρυτικό και ενεργό μέλος της ΕΣΑμεΑ, εκπροσωπώντας άτομα με νοητική αναπηρία, αυτισμό, σύνδρομο Down, εγκεφαλική παράλυση, βαριές και πολλαπλές αναπηρίες, καθώς και τις οικογένειές τους, μέσω των διακοσίων (200) και πλέον σωματείων σε όλη τη χώρα, οφείλει να καταστήσει σαφές ότι η υπομονή των άμεσα θιγόμενων ασφαλισμένων ως προς τη δυνατότητα άσκησης του κοινωνικού / συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος έχει προ πολλού εξαντληθεί.
Η ύπαρξη αλλεπάλληλων αποφάσεων συγκρότησης, τροποποίησης, ανασύστασης και συμπλήρωσης της Ομάδας Εργασίας για την επανεξέταση των υφιστάμενων διατάξεων και τη θέσπιση ενιαίων κανόνων για όλες τις συντάξεις και παροχές αναπηρίας του e-ΕΦΚΑ, κατά τη θητεία της παρούσας κυβέρνησης, χωρίς την αντίστοιχη ολοκλήρωση και θεσμοθέτηση του έργου της, δεν μπορεί να εκληφθεί ως ένδειξη προόδου. Αντιθέτως, συνιστά ένδειξη παρατεινόμενης εκκρεμότητας, η οποία εντείνει το αίσθημα θεσμικής ασάφειας και αβεβαιότητας για τους άμεσα ενδιαφερόμενους ασφαλισμένους.
Το ζήτημα δεν ανακύπτει αιφνιδίως, ούτε τέθηκε προσφάτως. Απεναντίας, αποτελεί αντικείμενο συνεχούς και τεκμηριωμένης παρέμβασης του αναπηρικού κινήματος προς όλες τις διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Εργασίας εδώ και πολλά χρόνια. Παρά την επανειλημμένη υποβολή αιτημάτων, υπομνημάτων και παρεμβάσεων, δεν έχει παρασχεθεί μέχρι σήμερα σαφής, επίσημη και δεσμευτική απάντηση εκ μέρους της Πολιτείας ως προς τον χρόνο και τον τρόπο οριστικής ρύθμισης του ζητήματος.
Στην ‘αφωνία‘ αυτή, ίσως η μοναδική πρόσφατη ενημέρωση που έχει περιέλθει σε γνώση μας δεν προέκυψε κατόπιν θεσμικής ανταπόκρισης στα αιτήματα των άμεσα ενδιαφερομένων φορέων, αλλά μέσω απάντησης του Υπουργείου σε ερώτηση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Από την εν λόγω απάντηση προκύπτει ότι η αρμόδια Ομάδα Εργασίας έχει συνεδριάσει δεκατρείς (13) φορές στο διάστημα Φεβρουάριος 2024 - Αύγουστος 2025, χωρίς ωστόσο, μέχρι σήμερα, να έχει ολοκληρωθεί το έργο της με την κατάθεση πορίσματος. Το γεγονός αυτό καθιστά σαφές ότι το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην έλλειψη επεξεργασίας ή τεχνικής εργασίας, αλλά στην απουσία πολιτικής απόφασης για την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την ανάληψη της αναγκαίας θεσμικής ευθύνης.
Παρά τον προφανώς πολυδιάστατο και απαιτητικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, η παρατεταμένη αυτή μεταβατικότητα, σχεδόν μία δεκαετία μετά την ψήφιση του ν. 4387/2016, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή ούτε με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, ούτε με τον κοινωνικό σκοπό της κοινωνικής ασφάλισης. Αντιθέτως, υπονομεύει τον ίδιο τον θεσμό, μετατρέποντάς τον σε μηχανισμό αναπαραγωγής ανισοτήτων. Η μεταβατικότητα αυτή δεν είναι παθητικό αποτέλεσμα αντικειμενικής αδυναμίας, αλλά ενεργητικό αποτέλεσμα διαρκούς αναβολής ή κωλυσιεργίας.
Η συσσώρευση επιτροπών, ομάδων εργασίας και στρατηγικών σχεδίων, χωρίς πορίσματα και νομοθετική κατάληξη, δεν μπορεί πλέον να εκλαμβάνεται ως στάδιο επεξεργασίας. Συνιστά κατάσταση μονιμοποιημένης εκκρεμότητας, η οποία, αντί να θεραπεύει, παρατείνει και οξύνει την κοινωνική αδικία.
Όταν ζητήματα που αφορούν την καθημερινή επιβίωση οικογενειών με βαριά αναπηρία παραπέμπονται σε «άγνωστο» ορίζοντα τόσο από την προηγούμενη όσο και υπό την παρούσα κυβέρνηση, η καθυστέρηση παύει να είναι διοικητική και αποκτά σαφή πολιτικό και αξιακό πρόσημο.
Ειδικά για τους γονείς, κηδεμόνες, αδέλφια και συζύγους ατόμων με βαριές και πολλαπλές αναπηρίες, το ισχύον κοινωνικοασφαλιστικό καθεστώς εξακολουθεί να ενσωματώνει και να αναπαράγει σωρευμένες αδικίες, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονιακών παρεμβάσεων και ουδέποτε αποκαταστάθηκαν. Οι κατηγορίες αυτές ασφαλισμένων υπέστησαν την κατάργηση ευνοϊκών και απολύτως στοχευμένων ρυθμίσεων, οι οποίες αναγνώριζαν την ιδιαιτερότητα και τη βαρύτητα της διαρκούς φροντίδας ατόμων με εφ’ όρου ζωής αναπηρίες, χωρίς η ανατροπή αυτή να συνοδευτεί από ισοδύναμα μέτρα υποστήριξης ή εναλλακτικές θεσμικές εγγυήσεις.
Η εισαγωγή κατώτατων ορίων ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθώς και η εξομοίωση των περιπτώσεων αυτών με τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, ακόμη και με επιμέρους εξαιρέσεις, συνιστούν επιλογές που αγνοούν στην πράξη τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες ασκείται η φροντίδα ατόμων με βαριά αναπηρία. Πρόκειται για φροντίδα συνεχόμενη, ακούσια, μη αναστρέψιμη και κοινωνικά αναντικατάστατη, η οποία επιβαρύνει μακροχρόνια τη σωματική, ψυχική και επαγγελματική αντοχή των γονέων / κηδεμόνων τους και περιορίζει δραστικά τη δυνατότητά τους να παραμείνουν ισότιμα ενταγμένοι στην αγορά εργασίας.
Η δε διατήρηση διαφοροποιήσεων με βάση το φύλο στις προϋποθέσεις θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος για γονείς και κηδεμόνες ατόμων με βαριά αναπηρία αποτελεί κατάλοιπο παρωχημένων αντιλήψεων, ασύμβατο τόσο με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όσο και με τη σύγχρονη αντίληψη για την ισότιμη κατανομή της φροντίδας. Ρυθμίσεις που εξαιρούν επιλεκτικά ορισμένες κατηγορίες (όπως οι μητέρες και οι «χήροι» πατέρες) δεν θεραπεύουν την αδικία, αλλά την αναπαράγουν, αφήνοντας εκτός προστασίας ευρύ φάσμα οικογενειακών φροντιστών με απολύτως όμοια αντικειμενικά χαρακτηριστικά.
Το αποτέλεσμα είναι η εμπέδωση ενός κοινωνικοασφαλιστικού πλαισίου το οποίο, αντί να λειτουργεί αντισταθμιστικά απέναντι στις ανισότητες που γεννά η βαριά αναπηρία, μετακυλίει το κόστος της φροντίδας στις οικογένειες και τιμωρεί, θεσμικά μάλιστα, όσους καλούνται να καλύψουν διαρκή κενά του υπάρχοντος συστήματος κοινωνικής υποστήριξης. Η μη αποκατάσταση των ρυθμίσεων αυτών δεν αποτελεί απλώς εκκρεμότητα, αλλά συνιστά ενεργό επιλογή διατήρησης μιας κατάστασης κοινωνικής και ασφαλιστικής αδικίας.
Ιδιαίτερη εντύπωση, δε, προκαλεί το γεγονός ότι στην Εθνική Στρατηγική για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία 2024-2030 περιλαμβάνεται ρητώς η Δράση 149, η οποία αφορά την αναθεώρηση της νομοθετικής ρύθμισης για την, υπό προϋποθέσεις, συνταξιοδότηση γονέα παιδιού με εφ’ όρου ζωής αναπηρία, ποσοστού 67% και άνω, μη αυτοεξυπηρετούμενου, μη δυνάμενου να εργαστεί και να διαβιώσει χωρίς φροντιστή, εκτός δομής και άγαμου.
Η εν λόγω δράση, με φορείς υλοποίησης το Υπουργείο που υπηρετείτε και το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αναγνωρίζει ευθέως την ύπαρξη θεσμικού κενού και κοινωνικής αδικίας. Ωστόσο, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα υλοποίησής της, έως τον Δεκέμβριο του 2030, γεννά εύλογα και αμείλικτα ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία αντιλαμβάνεται την έννοια του «εύλογου χρόνου» όταν πρόκειται για δικαιώματα που αφορούν την επιβίωση και τη φροντίδα προσώπων με βαριά αναπηρία.
Στην πράξη, ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα δεν συνιστά άμεση πολιτική δέσμευση ανταπόκρισης, αλλά μια ακόμη θεσμοθετημένη αναβολή, η οποία μεταθέτει το κόστος της αδράνειας στις οικογένειες που ήδη, επί δεκαετίες, επωμίζονται μόνες τους το βάρος της φροντίδας. Συνιστά αναγνώριση προβλήματος με μετακύλιση της λύσης όχι απλώς σε μακρινό μέλλον, αλλά και σε ασύμβατο με τη φύση των αναγκών που καλείται να καλύψει.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ΠΟΣΓΚΑμεΑ δεν μπορεί να αποδεχθεί περαιτέρω αναμονή χωρίς σαφές αποτέλεσμα. Η οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη όταν μετακυλίει τις συνέπειές της στις οικογένειες που ήδη σηκώνουν δυσανάλογο βάρος.
Με τα δεδομένα αυτά, καθίσταται σαφές ότι η επαναφορά των αιτημάτων μας δεν αποτελεί απλή υπενθύμιση, αλλά θεσμική απαίτηση άμεσης και μετρήσιμης ανταπόκρισης. Η Πολιτεία δεν δύναται να επικαλείται ούτε έλλειψη ανοχής από την πλευρά μας, αλλά ούτε και αιφνιδιασμό. Το πρόβλημα έχει καταγραφεί, τεκμηριωθεί, συζητηθεί και ενσωματωθεί ακόμη και σε εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό. Αυτό που εκκρεμεί δεν είναι η διάγνωση, αλλά η πολιτική απόφαση.
Των ανωτέρω δοθέντων, επαναφέρουμε αυτούσια και αδιαπραγμάτευτα τα αιτήματά μας και ζητάμε:
- την επιτάχυνση των ενεργειών για τη θέσπιση του πορίσματος της Ομάδας Εργασίας αναφορικά με τους νέους ενιαίους κανόνες για όλες τις συντάξεις αναπηρίας και παροχές αναπηρίας του e-ΕΦΚΑ, με σαφή, δημοσίως ανακοινώσιμο και χρονικά προσδιορισμένο ορίζοντα ολοκλήρωσης του πορίσματος και συνακόλουθης κατάθεσης της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, συγχρόνως με:
- την επαναφορά των προηγούμενων ευνοϊκών ρυθμίσεων για τα ηλικιακά κριτήρια συνταξιοδότησης που θα ισχύσουν για τους γονείς, κηδεμόνες, συζύγους και αδέλφια που έχουν στη φροντίδα τους άτομα με βαριά αναπηρία, στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες καταργήθηκαν άδικα με τους μνημονιακούς νόμους,
- την επισκόπηση και απαλοιφή ρυθμίσεων που οδηγούν σε άνιση μεταχείριση, με κριτήριο το φύλο, διαφοροποιώντας τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος συνταξιοδότησης γονέων και κηδεμόνων ατόμων με βαριά αναπηρία (λ.χ. από την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης εξαιρούνται «οι μητέρες και οι ‘χήροι’ πατέρες ανίκανων για κάθε βιοποριστική εργασία τέκνων»),
- την ενσωμάτωση στο πόρισμα της Ομάδας Εργασίας και στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τους ενιαίους κανόνες συνταξιοδότησης και απονομής ασφαλιστικών παροχών λόγω αναπηρίας των θέσεων της ΕΣΑμεΑ, για όλες τις κατηγορίες αναπηρίας και για όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν το κοινωνικοασφαλιστικό καθεστώς των ατόμων με αναπηρία και των οικογενειών τους (ε.π. αποσύνδεση των συντάξεων κ.τ.ό. από τα επιδόματα προνοιακού χαρακτήρα, την εργασία κ.ά.).
Κυρία Υπουργέ και κυρία Υφυπουργέ,
Η παρούσα παρέμβαση δεν αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων ούτε στην ευχερέστερη πρόσβαση σε συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Αποσκοπεί στην αποκατάσταση μιας διαρκούς και συσσωρευμένης αδικίας, την οποία η Πολιτεία γνωρίζει, αναγνωρίζει κατ’ ιδίαν, αλλά δεν έχει ακόμη θεραπεύσει θεσμικά.
Η αναμονή μέχρι το 2030 δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή απάντηση σε αιτήματα που τίθενται αδιαλείπτως εδώ και χρόνια και αφορούν πρόσωπα με εφ’ όρου ζωής ανάγκες φροντίδας. Η κοινωνική ασφάλιση δεν νοείται ως υπόσχεση με μακρινό ορίζοντα, αλλά ως θεσμός άμεσης προστασίας, πολλώ δε μάλλον των πλέον ευάλωτων ατόμων με βαριές αναπηρίες και των οικογενειών τους.
Αναμένουμε σαφείς, θεσμικά αποτυπώσιμες ενέργειες και όχι περαιτέρω παρατάσεις ενός προβλήματος που έχει ήδη υπερβεί κάθε εύλογο όριο ανοχής.
Με εκτίμηση,
Για την ΠΟΣΓΚΑμεΑ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ιωάννης Μοσχολιός
Η ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Φωτεινή Ζαφειροπούλου
Πίνακας αποδεκτών:
- Πρωθυπουργός της χώρας, κ.Κ.Μητσοτάκης
- Υπουργός Επικρατείας, κ.Χ.Γ.Σκέρτσος
- Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Κ.Πιερρακάκης
- Γενικός Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κ.Κ.Τσαγκαρόπουλος
- Διοικητής Ε.Φ.Κ.Α., κ.Αλ.Βαρβέρης
- Πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), κ. Ι.Βαρδακαστάνης
- Πρωτοβάθμια σωματεία – μέλη της ΠΟΣΓΚΑμεΑ
50